Veliki post, pohod proti veliki noči

Lent

Lent je potovanje, gibanje in potovanje. Za nobeno liturgično obdobje naše svete Cerkve ni značilna stagnacija. Nekateri lahko doživljajo praznični čas kot stagnacijo in to je posledica našega duhovnega stanja, da smo bili prikrajšani za milost Svetega Duha, kar je povzročilo duhovno smrt.

Nasprotno, postni čas je tako kot vsako praznično obdobje dinamično gibanje in pot, ki ima začetek, sredino in konec. Začne se na pustni ponedeljek, sredina je križanska nedelja in njen konec je tik pred križansko nedeljo (petek pred Lazarjem).

Ὅταν κάποιος ξεκινάει γιὰ ταξνα ταξίδι θὰ πρέπει νὰ ξέρει ποῦ πηγ.αί Αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὴ Μεγάλη Σαρακοστή. Πάνω ἀπ ὅλα ἡ μεγάλη σαρακοστὴ εἶναι ἕνα πνευματικὸ ταξίδι ποὺ προορισμός του εἶναι τὸ πάσχα, ἑορτὴ ἑορτὴν ». Εἶναι ἡ προετοιμασία γιὰ τὴν «πλήρωση τοῦ Πάσχα, ποὺ εἶναι ἡ πρακμα». Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ ἀρχίσουμε μὲ τὴν προσπάθεια νὰ καταλάβουμε αὐτὴ τὴ σχέση ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὴ Σαρακοστὴ καὶ τὸ Πάσχα, γιατὶ αὐτὴ ἀποκαλύει κάτι πολὺ οὐσιαστικὸ καὶ πολὺ σημαντικὸ γιὰ τὴ Χριστιανικὴ πίστη καὶ ζωή.

Ἄραγε εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἐξηγήσουμε ὅτι τὸ Πάσχα εἶναι κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ μία γιορτή, πολὺ πέρα ἀπὸ μία ἐτήσια ἀνάμνηση ἑνὸς γεγονότος ποὺ πέρασε; ⁇ Καθένας πού, ἔστω καὶ μία μόνο φορά, ἔζησε αὐτὴ τὴ νύχτα «τὴ σωτήριο, τὴ φωταυγὴ καὶ λαμπροφόρο», ποὺ γεύτηκε ἐκείνη τὴ μοναδικὴ χαρά, τὸ ξέρει αὐτό.

Ἀλλὰ τί εἶναι αὐτὴ ἡ χαρὰ; Zakaj molimo v vstajenjski liturgiji: νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καται καταν? Ὲὲ ποιὰ ἔννοια ἑορτάζομεν »- καθὼς ἰσχυριζόμαστε ὅτι τὸ κάνουν – θανάτου τὴν νέκρωσιν, ἅδου τὴν καθαίρεσιν ἄλλης βιοτῆς τῆλλης βιοτῆς τῆλλης βιῆῆῆΣ ῆῆλΣ Αἰωνίου ἀπαρχήν …;

Σὲ ὅλες Αὐτὲς τὶς ἐρωτήσεις ἡρωτήσεις ἡἡἀάντηση εἶναι: ἡ νέα ζζὴ ἡἡὁοία πρὶν ἀπὸ Δυὸ χιλιάδες περίπου χρόνια ἀνέτειλεν ἐκ τοῦ τάφου » Μᾶς δόθηκε τὴ μέρα ποὺ βαφτιστήκαμε, τὴ μέρα δηλαδὴ ποὺ ὅπως ὅπως ὅπως λ. Paul:.

Ἔτσι τὸ πάσχα πανηγυρίζουμε τὴν ἀνάσταση τοῦ χριστοῦ σὰν γεγονὸς ποὺ ἔγινε καὶ ἀκόμη ίίνεται σὲ μᾶς. Γιατὶ ὁ καθένας ἀπὸ μᾶ ᾶᾶρο αὐτῆς δῶῶῶ ΑὐὐῆΣ ῆῆῶῶ ὐὴὐζῆῆΣ κΑὶ ὴὴὴναααα ὴὴν ἀἀἀοδ κὶἀὶὶὶὰττῖῖ ὰὶὶὰὰὰ Δὰὰ μέσου της. Εἶναι ἕνα Δῶῶῶ ποὺ ριζικὰ ἀλλάζει τὴ διάθεσή μας ὲπέναντι σὲ κάθε κατάσταση αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἀἀόμη καὶ ἀπέναντι στὸ θάνατο. Μᾶς daje τὴ δύναμη νὰ ἐπιβεβαιώνουμε θριαμβευτικὰ τό: νικήθηκε ὁ θ΂». Υσικὰ ὑπάρχει ἀκόμα ὁ θάνατος, εἶναι σίγουρος, τὸν ἀντιμετωπίζουμε, καὶ κάς Ἀλλὰ ὅλη πίστη μας εἶναι τὸ ὲὲ ὲὲ ὸὲ ὲὲ ὲ ὲὲ ὲ ὲ θ άνατο ὁ χριστὸς ἄλλαξε τὴ φσση ἀκριβῶῶΣ τῦἀἀρῶῶΣ τῦῦῦααάῶῶυ τῦαΑνάάυυ. Τὸν ἔκανε πέρασμα – Διάσχα »- στὴ βασιλεία τοῦ θεοῦ μεταμορώνοντας τὴ δραμαγικότερη τραγωδία σὲ αἰώνιο θρίαμβο, σὲ νίκη. Μὲ τὸ θανάτῳ θάνατον πατήσας », μᾶς ἔκανε μέτοχους τῆς ἈνάστασοΤ Ἀκριβῶς γι αὐτὸ στὸ τέλος τοῦ ὄρθρου τῆς Ἀνάστασης – στὸν Κατηχητικὸ Λόγο τοῦ Ἰωάννου Χρυσοστόμου – λέμε θριαμβευτικά: Ἀνέστη Χριστός, καὶ ζωὴ πολιτεύεται. Ἀνέστη Χριστός, καὶ νεκρὸς οὐδεὶς ἐν τῷ μνήματι ».

Τετοια εἶναι ἡ πίστη τῆς πκλησίας ποὺ ἐπιβεβαιίνεται καὶ φανερώνεται μὲ τὴ ζωὴ τῶν ἀναρίθμητων ἁγίων της. Ἀλλὰ μήπως δὲ ζοῦμε βράδυὰ τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὴ ἡ πίστη ςείστη ςείστη ςείστη ςείστη ςείστη ςεγονὸς Μήπως δὲ χάνουμε πολὺ συχνὰ καὶ δὲν προδίνουμε αὐτὴ τὴ νέα ζωὴ ποὺ λάβαμε σὰν δῶρο, καὶ στὴν κατάσταση ζοῦμε σὰν νὰ μὴν ἀναστήθηκε ὁ Χριστὸς καὶ σὰν νὰ μὴν ἔχει νόημα γιὰ μᾶς αὐτὸ τὸ μοναδικὸ γεγονὸς; Καὶ ὅλα αὐτὰ ἐξαιτίας τῆς ἀδυναμίας μας, τῆς ἀνκανότητάς μας νὰ ζοῦμε σταθερὰ μὲ πίστη ἐλπίδα καὶ ἀγάπη », στὸ ἐπίπεδο ἐκεῖνο ποὺ μᾶς ἀνέβασε ὁ Χριστὸς ὅταν εἶπε: Ζητεῖτε πρώτον τὴν Θεῦν Ἁπλούστατα ἐμεῖς ξεχνᾶμε ὅλα αὐτὰ γιατὶ εἴμαστε τόσο ἀπασχολημένοι, τόσο βυθισμένοι στὶς μέρεςὲς ἔγνοιες μας καὶ ἀκριβῶς ἐπειδὴ ξεχνᾶμε, ἀποτυχαίνουμε. Μέσα σ αὐτὴ τὴ λησμοσύνη, τὴν ἀποτυχία καὶ τὴν ἁμαρτία ἡ ζωή μας γίνεται ξανὰ παλαιὰ », εὐτελής, σκοτεινὴ καὶ τελικὰ χωρὶς σημασία, γίνεται ἕνα χωρὶς νόημα ταξίδι γιὰ ἕνα χωρὶς νόημα τέρμα. Καταφέρνουμε νὰ ξεχνᾶμε ἀκόμα καὶ τὸ θάνατο καὶ τέλος, ἐντελῶς αἰφνιδιαστικά, μέσα στὶς «ἀπολαύσεις τῆς ζωῆς» μᾶς ἔρχεται τρομακτικός, ἀναπόφευκτος, παράλογος. Μπορεῖ κατὰ καιροὺς νὰ παραδεχόμαστε τὶς ποικίλες ἁμαρτίες μας καὶ νὰ τὶς ἐξομολογούμαστε, ὅμως ἐξακολουθοῦμε νὰ μὴν ἀναφέρουμε τὴ ζωή μας σ ἐκείνη τὴ νέα ζωὴ ποὺ ὁ Χριστὸς ἀποκάλυψε καὶ μᾶς ἔδωσε. Πραγματικὰ ζοῦμε σὰν νὰ μὴν ἦρθε ποτὲ Ἐκεῖνος. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη πραγματικὴ ἁμαρτία, ἁμαρτία ἁμαρτιῶν ἁμαρτιῶν, ἡπύθμενη θλίψη καὶ τραγωδία ὅλων τῶν κατ ὄνομα χριστιανῶν.

Ἂν ὸὸ ἀναγνωρίζουμε αὐτό, τότε μποροῦῦμε νὰ καταλάβουμε τί εἶναι τὸ πάσχα καὶ γατὶ περισσότερα καὶ προϋποθέτει τὴ μεγάλη σαρακοστή. Γιατὶ τότε μποροῦμε νὰ καταλάβουμε ὅτι ἡ λειτουργικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅλος ὁ κύκλος τῶν ἀκολουθιῶν της ὑπάρχουν , πρῶτα ἀπ ὅλα, γιὰ νὰ μᾶς βοήθειασουν νὰ ξαναβροῦμε τὸ ὅραμα καὶ τὴν γεύση αὐτῆς τὺς , νὰ μπορέσουμε νὰ μετανοήσουμε καὶ νὰ ξαναγυρίσουμε στὴν .κκλησία . Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγαπᾶμε καὶ νὰ ἐπιθυμοῦμε κάτι ποὺ δὲμεϾτέρὲν; ΠῶῶΣ μποῦῦῦῦΕ ἂν βάλουμε πάνω ἀπὸ καθετὶ ἄλλο στὴ ζωή μας κάτι ποὺ ποτὲ δὲν ἔχουμε δεῖ καὶ Δὲν ἔχουμε χαρεῖ; Μὲ λόγλα λόγια: πῶῶΣ μποροῦμε, πῶΣ εἶναι Δυνατὸν ὰὰ ἀναζητήσουμε μιὰ βασιλεία γὰὰ τὴν ὁποία δὲν ἔχουμε ἰδέα; Ἡ λατρεία τῆς ἐκκλησίας ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καὶ εἶναι ἀκόμα καὶ ώώαὶ ἴἡἴ seὶὶ κὶν ἡἐ se⁇ κονία μας μ ὴὲνία μας μὲ ὴὴ ὴέὴὲ ὲὲἀ ὴέέὴ ὴαἀὲ ὴαέὴ ὴαἀὴ ὴαἀζ ὴαἀζ ῆαἀὸ ὴαἀζὴ ὴῆἀὲὲ ῆααζὴὴ ῆῆἀζὴ ῆῆἀζὴ Μέσα ἀπὸ τὴ λειτουργική της ζωὴ Ἐ Ἐκκλησία μᾶς ἀποκαλύπτει ἐκεῖνα ποὺ ὀφθαλμὸς οὐκ οἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἡ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγατό »». Καὶ στὸ κέντρο αὐτῆς τῆς λειτουργικῆς ζωῆῆς, σὰν καρδιά της καὶ πεσουράνημά της – σὰν⁇ λιος ποὺ ἱἱ ἀἀτίνες του διαπερνοῦν καθετὶ – εἶναι τὸ πάσχα. Τὸ Πάσχα εἶναι ἡ πόρτα, ἀνοιχτὴ κάθε χρόνο, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ὑπέρλαμπρη Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἡ πρόγευση τῆς αἰώνιας χαρᾶς ποὺ μᾶς περιμένει , εἶναι ἡ δόξα τῆς νίκης ὸ τώρα πποία ἀπ ‘ ».

Ὁλόκληρη ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὀργανωμένη γύρω ἀπὸ τὸ Πάσχα, γι αὐτὸ καὶ ὁ λειτουργικὸς χρόνο, δηλαδὴ ἡ διαδοχὴ τῶν ἐποχῶν καὶ τῶν ἑορτῶν, γίνεται ἕνα ταξίδι, ἕνα προσκύνημα στὸ Πάσαι Εἶναι τὸ τέλος ὅλων αὐτῶν ποὺ ἀποτελοῦν τὰ παλαιὰ »καὶ ὴ ἀρχὴ τῆς« νέας ζωῆς », μιὰ συνεχὴς« διάβδο ἀπὸ τὸν «κόσμο τοῦτο» στὴν Βασιλεία ποὺ ἔχει ἀποκαλυφτεῖ ἐν Χριστῷ.

Παρ ὅλα αὐτὰ ἡ παλαιὰ »ζωή, ἡἁζὴ ῆῆῆἁὶὶ ἁἁἁὶ ἁὲὲ ἶιρραττΑΣ, Δὲν εἶναι ε ε⁇λο ὰὰ ξεπεραστεῖ καὶ ν νλλάξει. Τὸ Εὐαγγέλιο περιμένει καὶ ζητάει ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο νὰ κάνει μιὰ προσπάθεια. Ίαποία, στὴν κατάσταση ποὺ βρίσκεται τώρα ὁ θρωνθρωπος, εἶναι οὐσιαστικὰ ἀπραγματοποίητη. Pred nami je izziv. Ὸὸραμα, σ Στόχος, ὁρόπος τῆς εἶνας ζωῆῆ ᾶᾶΣ μία πρόκληση πὺ βρίσκεται τόσο πολὺ πάνω ἀπὸ τὶς Δύνατητές μας!

Γι αὐτό, ἀκόμα καὶ οἱ στοπόστολοι, ὅταν ἄκουσαν τὴυσαν τὴ διδασκαλία τοῦ υρίου τὸν ρώτησαν ἀπελπισμένα: τὶς ἄρα δύναται σωθῆναι; (Mt 19:26). Mp resnice ni lahko, da se n odrečeš trivialnemu idealnemu življenju, ki ga sestavljajo vsakodnevna zdravljenja, pridobivanje materialnih dobrin, varnost in užitek ter sprejmeš drugo idealno življenje, ki mu seveda ne manjka popolnosti v svojem namenu: ye τέλειοι ὡς ὁ Πατὴρ ἡμῶν ἐν οὐρανοῖς τέλειος ἐστίν. Αὐὐὸ ὁ κόσμος μὲ ὅλα του τὰ μέσα »μᾶς λέει: ὰὰ εἶσαι χαρούμενος, μὴν ἀνησυχεῖς, ἀκολούθα τὸν« εὐρὺ »Δρόμο. ⁇⁇Ριστὸς στὸ εὐαγγέλιο λέειεξε τὸ στενὸ δρόμο, ἀἀωνίσου καὶ ὑπόφερε, γιατὶ αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος γιὰ τὴ μόνη ἀληθινὴ εὐτυχία. Καὶ ἂν ἡ κληκκλησία δὲν βοηθάει πῶς θὰ μπορέσουμε νὰ κάνουσουμε νὰ κάνουν ὰ κάνουν δὲν βοηθάει ΠῶῶΣ μποροῦῦΕ ὰὰ μετανοσουμε καὶ νὰ ξαναγυρίσουμε στὴν ὑπέροχη ὑπόσχεση πὺ ᾶᾶᾶΣ Δίνεται κάθε χρόνο τὸ πάσχα; Ἀκριβῶς αὐτὴ εἶναι ἡ στιγμὴ ποὺ ἐμφανίζεται ἡ Μεγάλη Σαρακοσ Αὐτὴ εἶναι ἡ χείρα βοηθείας »ποὺ ἁπλώνει σὲ μᾶς ἡ Ἐκκλησία. Εἶναι τὸ σχολεῖο τῆς μετάνοιας ποὺ θὰ μᾶς δώσει δύναμη νὰ δεχτοῦμε τὸ Πάσχα ὄχι σὰν μιὰ ἁπλὴ εὐκαιρία νὰ φᾶμε, νὰ ποιοῦμε, ν ἀναπαυτοῦμε, ἀλλά, βασικά, σὰν τὸ τέλος τῶν «παλαιῶν» με μας μας ὺ εἶ μας .

Στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία ὁ βασικὸς σκοπὸς τῆς Σαρακοστῆς ἦταν νὰ προετοιμαστοῦν οἱ Κατηχούμενοι, δηλαδὴ οἱ νέοι ὑποψηφιοι χριστιανοί, γιὰ τὸ βάπτισμα πού, ἐκεῖνο τὸν χρόνο, γίνονταν Λὴ διάρκεια τῆς. Ἀλλὰ ἀκόμα καὶ τώρα ποὺ Ἐ κληκκλησία δὲν βαφτίζει πιὰ τοὺς χριστιανοὺς σὲ μεγάλη ἡλικία καὶ ὁ θεσμὸς τῆς κατήχησης δὲν ὑπάρχει πιά, τὸ βασικὸ νόημα τῆς Σαρακοστῆς παραμένει τὸ .διο. Za, ἂν καὶ εἴμαστε βαφτισμένοι, ἐκεῖνο ποὺ συνεχῶς χάνουμε καὶ προδίνουμε εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸ ποὺ λάβαμε στὸ βάπτισμα. Ἔτσι τὸ Πάσχα γιὰ μᾶς εἶναι ἡ ἐπιστροφή, ποὺ κάθε χρόνο κάνουν, στὸ βάπτισμά μας καὶ ἑπομένως ἡ Σαρακοστὴ εἶναι ἡ προετοιμασία μας γι αὐτὴ τὴν ἐπιστροφὴ – ἡ ἀργὴ ἀλλὰ ἐπίμονη προσπάθεια νὰ γεγονποιήσουμε τελικὰ τὴ »νέα ἐν Χριστῷ ζωή. Τὸ, τι, καθὼς θὰ δοῦμε, οἱ ἀκολουθίες στὴ σαρακοτίεςνὴ λατρεία διατηροῦν ἀκόμα καὶ σήμερα τὸν κατηχητικὸ καὶ βαπτιστικὸ χαρακτηρα, δὲν εἶναι γιατὶ διατηροῦνται «ἀρχαιολογικὰ» ἀπομεινάρια, ἀλλὰ εἶναι κάτι τὸ ζωήτικ. Γι αὐτὸ κάθε χρόνο ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ καὶ τὸ Πάσχα εἶναι, μιὰ ἀκόμα φορά, ἡ ἀνακάλυψη καὶ ἡ συνειδητοποίηση τοῦ τί γίναμε μὲ τὸν «διὰ βαπτίσματός» μας θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση.

Potovanje, romanje! Καθὼς τὸ ἀρχίζουμε, καθὼς κάνω τὸ πρῶτο βῆμα στὴ χαρμολύπη »ῆῆΣ μεγῆάς σαρακοστῆς βλέπουμε – κοντά, πλὺ μακριὰ – τὸν παρουσία. Εἶναι ἡ χαρὰ τῆς Λαμπρῆς, εἶναι ἡ εἴσοδος στὴ δόξα τῆς Βασιλ. Ἶναι αὐτὸ τὸ ὅραμα, ἡ πρόγευση τοῦ πάσχα, ποὺ τῆνει τὴ λππη ῆῆΣ μεγάλης Σαρακήστῆας χαρά, δῶῶΣ, καὶ τὴ δική μας προσπάθεια μιὰ πνευματικὴ ἄνοιξη ». ⁇ Գիշ τα μπορεῖ νὰ εἶναι σκοτεινὴ καὶ μεγάλη, ἀλλὰ σὲ ὅλο ὸὸῆκος τοῦ δρόμου μιὰ μυννὴὴὴ καὶ ἀἀτὐνβββὴ Αὐὐὴὴὴὴ Αὐὐὐὴ φαίί ὴὴὴὴ ὴὴὴ ὴὴ ὴὴ ὴὴ ὴὴ ὴὴὴ ὰ ὰὴὴ ὰὰὰὰὴὴὰὰὰὰὰὰὰὰὰὰὰὰὰὰὰὰὰὰὰὰὰὰὰὰὰὰὰὰὰὰὰὰὰὰ Μὴ καταισχύνῃς ἡμᾶς ἀπὸ τῆς προσδοκίας ἡμῶν, Φιλάνθρωπε!”

Ko človek začne na pot, mora vedeti, kam gre. Tako je tudi s postnim časom. Lent je predvsem duhovno potovanje, katerega cilj je velika noč, »praznik«. Je priprava na »izpolnitev Pashe, ki je pravo razodetje«. Zato bi morali začeti tako, da poskušamo razumeti to razmerje med postnim časom in veliko nočjo, saj razodeva nekaj zelo bistvenega in zelo pomembnega za našo krščansko vero in življenje.

Ali je treba pojasnjevati, da je velika noč veliko več kot praznovanje, veliko več kot vsakoletni spomin na dogodek, ki je minil? To vedo vsi, ki so vsaj enkrat preživeli to noč »rešitev, razsvetljenje in sijaj«, ki je okusil to edinstveno veselje.

Toda kaj je to veselje? Zakaj pri vstajenjski liturgiji pojemo: »zdaj je luč vedno polna, nebo in zemlja in globine«? V kakšnem smislu »praznujemo« – kot trdimo, da to počnemo – »smrt nekrozo, pekel izgon drugega življenja z večnim začetkom …«?

Odgovor na vsa ta vprašanja je: novo življenje, ki je pred približno dva tisoč leti »vstalo iz groba«, je bilo ponujeno nam, vsem, ki verujejo v Kristusa. Dobili smo dan, ko smo bili krščeni, torej dan, ko je kot Ap. Pavla: »… da bi bili krščeni v smrt, da bi Kristus vstal od mrtvih v Očetovi slavi;

Tako na veliko noč praznujemo Kristusovo vstajenje kot dogodek, ki se je zgodil in se nam še vedno dogaja. Ker je vsak od nas prejel dar tega novega življenja in moč, da ga sprejme in preživi. Je darilo, ki korenito spremeni naše razpoloženje v kakršni koli situaciji na tem svetu, tudi ob smrti. Daje nam moč, da zmagoslavno potrdimo, da je “smrt premagana.” Seveda še vedno obstaja smrt, gotovo je, soočamo se z njo in nekega dne bo prišla po nas. Toda vsa naša vera je, da je Kristus s svojo lastno smrtjo spremenil samo naravo smrti. Zaradi tega je prešel – “prehod”, velika noč “- v Božje kraljestvo, spremenil najbolj dramatično tragedijo v večno zmagoslavje, v zmago. S tem, ko si je smrt poteptal smrt, nas je naredil za deležnike njegovega vstajenja. Zato na koncu vstajenjskega pravopisa – v Katekizmu Janeza Zlatousta – zmagoslavno pravimo: »Kristus je vstal in življenje se ureja. Kristus je vstal in nihče ni mrtev v spominu.”

Takšna je vera Cerkve, ki jo potrjuje in razodeva življenje njenih neštetih svetnikov. Toda ali ne živimo vsak dan dejstva, da ta vera le redko postane naša lastna izkušnja? Ali ne pogosto izgubimo in izdamo to novo življenje, ki smo ga prejeli v dar, in pravzaprav ne živimo, kot da Kristus ni vstal in kot da ta edinstven dogodek za nas nima nobenega pomena? In vse to zaradi naše nezmožnosti, naše nezmožnosti, da bi trdno živeli z vero, upanjem in ljubeznijo, na raven, na katero nas je dvignil Kristus, ko je rekel: »Iščite najprej Božje kraljestvo in njegovo pravičnost«. Vse to preprosto pozabimo, ker smo tako zaposleni, tako potopljeni v svoje vsakodnevne skrbi in samo zato, ker pozabimo, nam spodleti. V tej pozabljivosti, neuspehu in grehu postane naše življenje spet »staro«, poceni, temačno in končno nesmiselno, postane nesmiselno potovanje v nesmiseln konec. Uspemo pozabiti celo smrt in končno, povsem nepričakovano, v »življenjske užitke« pride strašljivo, neizogibno, iracionalno. Včasih lahko priznamo svoje različne grehe in jih priznamo, vendar svojega življenja še vedno ne nanašamo na to novo življenje, ki nam ga je razodel in nam dal Kristus. Res živimo, kot da nikoli ni prišel. To je edini pravi greh, greh vseh grehov, neskončna žalost in tragedija vseh imenovanih kristjanov.

Če to prepoznamo, potem lahko razumemo, kaj je velika noč in zakaj je potrebna in predpostavlja postni čas. Ker potem lahko razumemo, da liturgično izročilo Cerkve in celoten krog njenih služb obstajata najprej zato, da nam pomaga ponovno odkriti vizijo in okus tega novega življenja, ki ga tako zlahka izgubimo in izdamo, nato pa, da lahko se pokesamo in se vrnemo v Cerkev. Kako je mogoče ljubiti in želeti nekaj, česar ne poznamo? Kako lahko postavimo nad vse drugo v svojem življenju nekaj, česar še nikoli nismo videli in česar nismo veseli? Z drugimi besedami: kako lahko, kako je mogoče iskati Kraljestvo, o katerem nimamo pojma? Češčenje Cerkve je bilo od začetka in je še danes naš vstop in komunikacija z novim življenjem Kraljestva. Cerkev nam s svojim liturgičnim življenjem razodeva tiste, ki jih »oko ni videlo in uho ni slišalo in se ni povzpelo na srce človeku, ampak je Bog pripravil tiste, ki ga ljubijo« (Kor 2,9). In v središču tega liturgičnega življenja, kot njegovo srce in njegova polnoč – kot sonce, katerega žarki prebijajo vse – je velika noč. Velika noč je vsako leto odprta vrata, ki vodijo v veličastno Kristusovo kraljestvo, to je okus večnega veselja, ki nas čaka, je slava zmage, ki odslej, čeprav nevidna, preplavlja vse stvarstvo: smrt je premagana ».

Celotno bogoslužje Cerkve je organizirano okoli velike noči, zato liturgični čas, torej zaporedje letnih časov in praznikov, postane potovanje, romanje k veliki noči, ki je konec in ki je hkrati začetek. To je konec vsega “starega” in začetek “novega življenja”, stalen prehod iz “tega sveta” v kraljestvo, razodeto v Kristusu.

Kljub temu »starega« življenja, življenja greha in majhnosti, ni lahko premagati in spremeniti. Evangelij čaka in od človeka zahteva, da se potrudi, kar je v trenutni situaciji, v kateri je človek, v bistvu neizpolnjeno. Pred nami je izziv. Vizija, cilj, način novega življenja je za nas izziv, ki tako presega naše zmožnosti!

Zato so ga celo apostoli, ko so slišali Gospodov nauk, obupano spraševali: »Ali se potem lahko rešijo?« (Mt 19:26). Pravzaprav se sploh ni lahko odreči nepomembnemu življenjskemu idealu, ustvarjenemu z vsakodnevno skrbjo, z iskanjem materialnih dobrin, z varnostjo in užitkom ter sprejeti še en življenjski ideal, ki seveda ni brez popolnosti. namen: Postanite popolni, kot je popoln naš nebeški Oče. To nam govori svet z vsemi svojimi »sredstvi«: bodi srečen, ne skrbi, jaz grem po »široki« poti. Kristus v evangeliju pravi: izberite ozko pot, borite se in trpite, ker je to pot do edine prave sreče. In če Cerkev ne pomaga, kako se lahko odločimo za to strašno odločitev? Kako se lahko pokesamo in se vrnemo k čudoviti obljubi, ki jo vsako leto dajemo ob veliki noči? Točno to je čas, ko se pojavi Lent. To je roka pomoči, »ki nam jo iztegne Cerkev. Šola kesanja nam bo dala moč, da veliko noč sprejmemo ne kot preprosto priložnost za jesti, piti, počitek, ampak v bistvu kot konec »starega«, ki je v nas, in kot naš vstop v novo. .

V starodavni Cerkvi je bil glavni namen postnega časa priprava katekumenov, torej novih krščanskih kandidatov, na krst, ki se je takrat zgodil ob vstajenjski božji liturgiji. Toda tudi zdaj, ko Cerkev kristjanov ne krsti več v starost in institucija katekizem ne obstaja, ostaja osnovni pomen postnega časa enak. Ker, čeprav smo krščeni, je tisto, kar nenehno izgubljamo in izdajamo, prav to, kar smo prejeli v krstu. Velika noč je torej za nas vrnitev, ki jo vsako leto počnemo, k našemu krstu in zato je postni čas naša priprava na to vrnitev – počasno, a vztrajno prizadevanje, da končno naredimo svoj »prehod«, svojo »velikonočno noč« v novo življenje v Kristus. Da, kot bomo videli, sekvence v postnem bogoslužju še danes ohranjajo svoj katehistični in krstni značaj, ni zato, ker so ohranjeni »arheološki« ostanki, ampak je za nas nekaj živega in bistvenega. Zato sta vsako leto post in velika noč znova odkritje in spoznanje tega, kar smo postali s svojo »krstno« smrtjo in vstajenjem.

Potovanje, romanje! Ko začnemo, ko naredimo prvi korak v postno blaženost, vidimo – daleč, daleč – cilj. To je veselje Briljantnega, to je vhod v slavo Kraljestva. Prav ta vizija, okus velike noči, naredi žalost postnega veselja, luči in našega lastnega truda duhovno »pomlad«. Noč je morda temna in dolga, toda na vsej cesti se zdi, da na obzorju sije skrivna in sijoča zarja. “Ne preplavi nas z našim pričakovanjem, filantrop!”

Dodaj odgovor

Vaš e-naslov ne bo objavljen.

Ta stran uporablja piškotke, da lahko ponudbi boljšo uporabniško izkušnjo. Z brskanjem po strani, se strinjate z njihovo uporabo.